Οι Άσωτοι στην Έρημο του Πραγματικού
Είχα αρκετό καιρό να διαβάσω κάτι που θα με συνεπάρει τόσο έντονα και ομολογουμένως η σχέση μου με την λογοτεχνία είναι κάτι αρκετά λιγότερο από καλή, θα έλεγα μέτρια, όπως η σχέση μου με τα περισσότερα πράγματα δηλαδή, που απαιτούν κάποιου είδους πνευματική προσπάθεια. Τα θετικά του να πάσχεις από Imposter syndrome και να έχεις χαμηλή αυτοπεποίθηση/αυτοεκτίμηση, πάνω κάτω δηλαδή.
Οπότε όταν ο Χ μου πρότεινε να πάρω τους Ασώτους ήμουν λίγο σκεπτικός για τους παραπάνω λόγους.
Παρόλα αυτά, με συνεπήρε, όπως γράφω και στην αρχή. Δεν είχα κατα νου, ότι υπάρχει κάποιος στο πολιτισμικό πεδίο, που να ξεφεύγει δηλαδή από τα ομολογουμένως βαρετά στεγανά της πολιτικής θεωρίας και της φιλοσοφίας, που να είναι σε θέση να περιγράψει τόσο πετυχημένα τον ανθρωπολογικό τύπο του 21ου αιώνα. Το 21st Digital Boy των Bad Religion μεγάλωσε και έγινε πλέον millennial, σπούδασε, αξιοποίησε τις γνώσεις του, τη middle/upper class καταγωγή του, διευρύνωντας τους πνευματικούς του ορίζονες και παράλληλα συνειδητοποίησε το αδιέξοδο του κόσμου της εργασίας ή καλύτερα της ελεύθερης αγοράς. Κανείς δεν είναι πραγματικά ελεύθερος, είμαστε σκλάβοι των νευρώσεων μας, σκλάβοι ενός ανεκπλήρωτου κενού που σχεδόν τελεολογικά δεν γεμίζει με τίποτα, ανάμεσα σε ραντομ αναφορές μεταξύ συγγραφέων και συγγραφικών συσκευών, φιλοσοφικών τροπέ και παλινδρομήσεων μεταξύ ταξικής/φυλετικής/έμφυλης συνείδησης και μικροαστικής ενοχής.
Οι χαρακτήρες του Τζάκσον εκτός από άσωτοι, είναι και χίμαιρες, αμαλγάματα από ενορμήσεις και ενοχές, ασεμπλάζ που λένε οι μορφωμένοι, από μικρά μικρά κομμάτια που ίσως, σε μια ακολουθία να μπορούσαν να συγκροτήσουν ένα χαρακτήρα, έναν άνθρωπο, αλλά στην προκειμένη περίπτωση δημιουργούν μη ακέραιους, περίεργα μη ολοκληρωμένους χαρακτήρες, μάλλον όπως είμαστε και οι περισσότεροι δηλαδή. Με κάποιους τρόπους, όχι πολλούς ή τόσο άμεσα εμφανείς, αυτή η αναδυώμενη middle/upper class των Η.Π.Α που θεωρεί τον εαυτό της παγιωμένο ( αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ πιο κοντά στη κατάρρευση απ’όσο νομίζει) είναι και λίγο κοντά στο δικό μας ντόπιο παράδειγμα.
Η δημιουργία μιας αδηφάγους τάσης στο άτομο, μιας συνεχούς επιθυμίας για εκπλήρωση ενός στόχου, που δεν μπορούμε να ονοματίσουμε, δεν μπορούμε να εντοπίσουμε απλώς ξέρουμε, σχεδόν μεταφυσικά πως υπάρχει εκεί ( ίσως γιατί έχουμε εσωτερικεύσει πλήρως το νεοφιλεύθερο μάντρα πως με κάποιο τρόπο αν δουλέψεις αρκετά ή αν αξίζεις θα ανταμειφθείς) είναι ίσως το μεγαλύτερο κοινό σημείο.
Είναι ομολογουμένως ενδιαφέρον να βλέπεις χαρακτήρες να βασανίζονται υπαρξιακά για το νόημα της ζωής, τη θεσιακότητα τους ή τον τρόπο με τον οποίο συμμετέχουν σε μια άμορφη μηχανή καταπίεσης. Και έχει παραπάνω ενδιαφέρον ότι ο τρόπος που κατασκευάζονται αυτές οι υπαρξιακές αγωνίες συμβαδίζει πολύ έντονα με την υλική αναζήτηση, ή καλύτερα εκφράζεται μέσα από ένα ηδονιστικό και ταυτόχρονα ενοχικό πλαίσιο.
Τα ναρκωτικά και οι καταχρήσεις ( το αλκόολ, η σάρκα κλπ) δηλαδή ο καλύτερος φίλος του ενοχικού μικροαστού, που συνήθως τα κρύβει πίσω από μια δικαιολογία τραύματος ή και ανικανότητας προσαρμογής στην καθημερινότητα, έχουν έναν περίπου βοηθητικό και ταυτόχρονα κεντρικό ρόλο μέσα στις αφηγήσεις του Τζάκσον. Μάλλον όπως και στην πραγματικότητα. Αρνούμαστε να παραδεχτούμε το πόσο κεντρικό ρόλο κατέχουν οι διάφορες εξαρτήσεις οπότε τις καταχωρούμε στο πεδίο του on the side. Περιστασιακά ή για να αντέξω ή ο,τιδήποτε.
Εξάλλου και η ικανοποίηση δεν επιτυγχάνεται ποτέ πραγματικά, οριακά ούτε είναι ικανή να συντηρήσει εκείνο τον λίγο χρόνο για τον οποίο προορίζεται, δηλαδή μέχρι να παραχθούν οι απαιτούμενες χημικές ουσίες για να κάνεις gaslighting τον εγκέφαλο σου.
Οι χαρακτήρες απομακρύνονται, επανεμφανίζονται, μπαινοβγαίνουν μέσα στη ζωή του άλλου, των άλλων, είναι περίπου παρόντες και παρούσες, αλλά δεν είναι εκεί, είναι στη θέση του συνοδηγού και κάποιος άλλος οδηγάει.
Αυτή η παράδοξη στάση, να είσαι εκεί και ταυτόχρονα να μην είσαι, πέρα από το ότι αποτελεί και μια πληγή ας πούμε, στο πως συγκροτούνται οι ανθρώπινες σχέσεις όταν έχουν διαβρωθεί εντελώς από το τρέχον πολιτισμικό παράδειγμα, στην περίπτωση του Τζάκσον έχει μια λίγο διαφορετική λειτουργία.
Είναι κάτι που του επιτρέπει ( μέσα από το στόμα των άλλων βέβαια) να συμμετέχει και ταυτόχρονα να ασκεί κριτική σε μια κατάσταση, που μάλλον εδώ, η βιτριολική κριτική του στο προαναφερθέν πολιτισμικό παράδειγμα είναι ίσως και το πιο δυνατό χαρτί.
Ο αγαπημένος σου συγγραφέας κατά πάσα πιθανότητα είναι ένας κλόουν που απλώς πουλάει μεταμορφωμένα βιβλία αυτοβοήθειας σε ένα κοινό που προσπαθεί ή που έχει πείσει τον εαυτό του ότι πρόκειται για κάτι άλλο. Θα υπογράψει συμφωνίες με οίκους μόδας, θα βγει στην Όπρα, θα πάει σε podcast, θα συμμετάσχει σε διαγωνισμούς εκπροσωπόντας άξια την γενιά του και την χώρα του, θα δεχτεί βραβεία χρηματοδοτούμενα από τουλάχιστον θολές και αμφίβολες πηγές και γενικώς, μάλλον, μάλλον, ίσως, είναι κάτι πιο κοντά σε έναν εντερπρενέρ παρά σε έναν «υπηρέτη του πνεύματος». Το δεύτερο δηλαδή δεν ήταν και ποτέ το ζητούμενο για να είμαστε ειλικρινείς και όσοι το πιστεύουν θέλουν ίσως ταχύρυθμα μαθήματα πολιτικής οικονομίας.
Ο Τζάκσον είναι στην πραγματικότητα, νομίζω, κάπως πιο πικρός και στραβωμένος που συμμετέχει σε αυτό το οικοσύστημα ( γιατί περί οικοσυστήματος πρόκειται, έχει μέχρι και τη δική του γλώσσα και τους δικούς του εσωτερικούς κανόνες λειτουργίας χεχε) και αυτό είναι εμφανές σε κάθε χαρακτήρα. Κανένας δεν είναι πραγματικά ικανοποιημένος, αντιλαμβάνονται όλοι το ρόλο τους μέσα στη μεγάλη κοινωνική μηχανή, απλώς μάλλον έχουν παραπάνω ελεύθερο χρόνο από τους υπόλοιπους.
Οι άνθρωποι είναι τοπία, που αλλάζουν, που χάνουν κυρίως, τα χαρακτηριστικά τους, μεταβάλλονται από την επίδραση των αντικειμενικών παραγόντων επάνω τους, με τον ίδιο τρόπο που αλλάζει και το περιβάλλον. Η βάση καθορίζει και το οικοδόμημα άλλωστε και αυτό ισχύει και για μέσα και για έξω.
Ωστόσο, ακόμη και οι Άσωτοι, όσο σπασμένοι και χαλασμένοι αν είναι, μπορούν και διερωτώνται, σε ένα λίγο βαθύτερο επίπεδο. Δεν τους λείπει η αυτοκριτική, η αίσθηση της αναζήτησης, γι’αυτό μάλλον και το βιβλίο καταχωρείται στο πεδίο του fiction. Γιατί στην πραγματικότητα, κανείς δεν διερωτάται, κανείς δεν φιλτράρει, κανείς δεν εξετάζει τη θέση του σε αυτό το κόσμο. Την θεωρούμε δεδομένη ή καλύτερα, προσωρινά δεδομένη, μέχρι να εμφανιστεί κάτι καλύτερο, κάτι πιο φρέσκο, κάτι που θα μας ταιριάζει, κάτι για το οποίο γεννηθήκαμε, κάτι που μπορεί να θεωρηθεί μέχρι και κάλεσμα.
Η γλώσσα του 21ου αιώνα που φαίνεται να έχει πιάσει τόσο καλά ο Τζάκσον, από τις νευρώσεις, μέχρι το υπαρξιακό άγχος, μέχρι το κυνήγι της ηδονής και την κατασκευασμένη δίψα για ζωή, όσο και αν ήθελα να πω πως δεν είναι μια και ενιαία, μάλλον είναι. Είναι μια γλώσσα πολιτισμικής ξηρασίας, όπου τίποτα δεν παράγεται και όλα είναι βαρετά, μια έρημος του Πραγματικού. Κάποιες φορές μέσα στην έρημο, μπορείς και να πετύχεις μια μικρή όαση.


ayton ton titlo ar8rou tha ton evlepa aneta sto cartel blogspot tou Sotirellou to opoio to exoun katebasei mallon isos epeidi exei kseftilisei sto vrisimo tis mises ekdoseis tis xoras <3
mia kali apantisi sto imposter syndrome einai na diavasei kaneis to 'oi fylakes tis paidikis mas ilikias' tis Alice Miller poy kapos mas afora olous, to afino diakritika edo in case:
https://www.politeianet.gr/el/products/9789602831373-alis-miler-roes-oi-fulakes-ths-paidikhs-mas-hlikias-h-to-drama-tou-proikismenou-paidiou